Λιβαδοχώρι · Δήμος Πύλης · Τρίκαλα Υψόμετρο 1.103 μ. 56 χλμ. από τα Τρίκαλα
  1. Αρχική
  2. Πες μου μια ιστορία…
  3. Η νοσταλγία του βουνού

Άρθρο · 2026

Η νοσταλγία του βουνού

Ένα κείμενο του Παναγιώτη Ραμιώτη του Κωνσταντίνου, για τη νοσταλγία που νιώθουν όσοι κατάγονται από ορεινά χωριά, με αφορμή στίχους του Κώστα Κρυστάλλη.

Για όσους κατάγονται από ορεινές περιοχές, με την είσοδο του καλοκαιριού νοιώθουν να τους κρυφοκαίει μια αλλοιωτική δίψα για τις βουνήσιες ομορφιές. Είναι μια εσώβαθη νοσταλγία που θεριεύει τον ψυχικό κόσμο και τον αναστατώνει κυριολεκτικά.

Ο νούς τους φτερουγίζει στις δροσόλουστες βουνοπλαγιές και η φαντασία τους αναπλάθει εικόνες από βιώματα περασμένων στιγμών που τους συγκινούν και παρορμούν τη διάθεση για επιστροφή στην ορεισίβια φύση.

Η ζωή και το αποπνικτικό περιβάλλον στα αστικά κέντρα φουντώνουν την επιθυμία για μιά αλλαγή που μόνο η επίσκεψη στη γενέτειρα γή μπορεί να την ικανοποιήσει.

Πόσοι από τους ξενητεμένους των ορεινών χωριών ενώ έχουν γνωρίσει ασύγκριτες ομορφιές σχεδόν σ' ολάκερη την Ελλάδα, πουθενά όμως δεν βρήκαν τη γεύση και τη συναισθηματική πληρότητα που τους δίνει ο γυρισμός στα «πάτρια εδάφη».

Κι' αυτό γιατί ο πόνος και ο καημός της ξενιτειάς τους έγινε δυσβάστακτος, πόσο μάλλον κάτω από τις συνθήκες τις οποίες βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.

Η ασίγαστη νοσταλγία για μια οπτική εμπειρία των τόπων και χώρων που έζησαν τα μικρά τους χρόνια, μα η ανάγκη τους έκανε να ξενιτευτούν, τους φέρνει γοργόφτερα στα μέρη αυτά έστω και για στιγμές.

Όσοι μάλιστα ξέκοψαν από ανάγκη ή από επαγγελματικές δυσκολίες για πολλά χρόνια, ο γυρισμός τους παίρνει τη μορφή προσκυνήματος.

Μα και όσοι ανεβαίνουν συχνά νιώθουν στενά δεμένοι με τη συνέχεια της ζωής και της προόδου του χωριού.

Πιο πολύ όμως η δίψα του χωριού φαίνεται σ' εκείνους που αδυνατούν από ανέξαρτα εμπόδια να πραγματοποιήσουν κατά τους θερινούς μήνες κάποια επίσκεψη στο αγαπημένο τους χωριό.

Γι' αυτό και ο πονεμένος ποιητής Κρυστάλλης, ο τραγουδιστής του βουνού και της στάνης, στο ποίημά του «Ο Σταυραϊτός» έγραψε τους πιο ταιριαστούς στίχους για όσους καίγονται στο λιοπύρι του κάμπου και μένουν με τη βαθιά νοσταλγία στο είναι τους για τη βουνήσια κάλλη που τίποτε δεν μπορεί να αναπληρώσει:

«Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκές μου αγάπες
να μου προσφέρουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδύ, να ξυπνούν το ταχύ....
Θέλω να ακούω τριγύρω μου πεύκα κι' οξιές να σκούζουν.
Θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά ψηλά στεφάνια.
Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβά να βλέπω,
θέλω μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπανάρια
και τυραννιέμαι και πονώ και σβιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε σταυραϊτέ, για χαμήλωσε λίγο
και δώσ' μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου.
Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!»

Ραμιώτης Παναγιώτης του Κωνσταντίνου

Το κείμενο μας το έστειλε ο συγγραφέας του για δημοσίευση. Έχετε κι εσείς ένα κείμενο ή μια ανάμνηση που αξίζει να δημοσιευτεί εδώ; Επικοινωνήστε μαζί μας.

Το αρχείο μεγαλώνει

Έχετε κι εσείς κάτι να μοιραστείτε;

Αν έχετε άλλα κείμενα, άρθρα ή αναμνήσεις από το χωριό, στείλτε μας τα και θα προστεθούν σε αυτό το ζωντανό αρχείο.

Στείλτε μας υλικό