Το 1970 ο δάσκαλος του σχολείου του Λιβαδοχωρίου, Αθανάσιος Τσιατσιάβας, κατέγραψε την παλιά γεωργική ζωή του χωριού: πώς όργωναν, έσπερναν, θέριζαν και αλώνιζαν οι κάτοικοί του, με τα τραγούδια που τους συντρόφευαν στη δουλειά. Το κείμενο είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα της εποχής και το παρουσιάζουμε εδώ όπως ακριβώς γράφτηκε, ως ένα ζωντανό ντοκουμέντο της ζωής του τόπου μας.
Το χωριό
Πριν αρχίσουμε να εκθέτουμε τη γεωργική ζωή των κατοίκων του χωριού, θεωρήσαμε σκόπιμο να γράψουμε λίγα για το χωριό, για τι αξίζει να γνωρίσουμε, έστω και με την ανάγνωση, ένα απ' τα πολλά ορεινά χωριά της ρωμαλέας Πίνδου. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη φαντασία μας ν' ανέβη γρήγορα 50 χιλόμετρα περίπου πάνω απ' την Πύλη (Πόρτα) Τρικάλων και αφού σκαρφαλώνοντας περάση τις πρώτες πανύψηλες βουνοκορφές της ξακουστής Πίνδου, ας την αφήσουμε να ξεκουραστή, για λίγο, σε μια απ' τις χιλιοτραγουδισμένες πλαγιές της, γιατί εκεί θα δούμε και θα μάθουμε πολλά, αφού η σκουριά του χρόνου δε τα χάλασε ακόμα.
Η όμορφη και καταπράσινη πλαγιά θα μας δεχτή χαρούμενα και τα πανύψηλα δέντρα της, έλατα και οξιές, μαζί με τους αγαπημένους συντρόφους τους, τ' αηδόνια, πρόθυμα θα προσφερθούν να μας ξεναγήσουν στο φιλόξενο τόπο τους. Ας ακούσουμε, λοιπόν, τους ξεναγούς μας και ας μοιραστούμε τη χαρά τους, τη γιομάτη απ' τ' άρωμα των λουλουδιών της εξοχής.
Πράγματι βρισκόμαστε σε μια πλαγιά των αιματοποτισμένων και κακοτράχηλων βουνών της Πίνδου. Στο μέσο της πλαγιάς αυτής είναι κουρνιασμένο, σαν αετοφωλιά, ένα χωριό, το Λιβαδοχώρι (Γκιόνθι) Τρικάλων. Ένα χωριό όμορφο, που με τα στενά δρομάκια και τα φιδιαστά λαγκάδια του, γοητεύει, απ' την πρώτη στιγμή κιόλας, κάθε επισκέπτη. Αλήθεια κάθε ξένος, πατώντας εδώ, νοιώθει μια ιδιαίτερη ξεκούραση, η δε απολαυστική εικόνα της φύσεως, που απλώνεται γύρω του, μαζί με το υψόμετρο του τόπου (1.150 μέτρα περίπου) τον φέρουν πιο κοντά στο Θεό κι' έτσι δεν δυσκολεύονται καθόλου τα χείλη του να προφέρουν το: «Μέγας εί Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου.....»
Πάνω απ' το χωριό, στην κορφή της πλαγιάς φαντάζει το όμορφο δάσος με τα πολλά έλατα, με τα γλυκόλαλα αηδόνια και τις κρύες βρύσες. Χρόνια και χρόνια κάθεται εκεί ψηλά σαν αρχαίο φρούριο, και πρόθυμα διηγείται σε κάθε περαστικό την ιστορία του τόπου. Πιο πέρα ορθώνεται μια ψηλή γυμνή κορφή, «το Αυγό» (υψόμετρο 2.400 μέτρα περίπου), που δέχεται και διαλαλεί πρώτη σ' όλη την περιοχή τα μηνύματα της βαρυχειμωνιάς. Αν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα βρεθής εκεί, πολύ πρωί, δεν θα δυσκολευτής να χαρής τον χρυσαφένιο κάμπο των Τρικάλων, που απλώνεται μακριά, αλλά φανταχτερά και υπερήφανα, για την πλούσια σοδειά που χαρίζει στους Καραγκούνηδες.
Λίγο πιο κάτω απ' τη μύτη του «Αυγού» και μέσα στα σωθικά του ξεπετιέται μπόλικο καθαρό νερό, η «Γκούρα». Αυτό κατηφορίζει μουρμουριστά, λες και διηγείται την ιστορία του, αφού απαλά κι' ανάλαφρα χαϊδέψη τα πόδια της πλαγιάς και ενωθή μ' άλλα μικρά ρέματα, θ' αναπαυθή θριαμβευτικά στην αγκαλιά του Ασπροπόταμου (Αχελώου), για το ωραίο ταξίδι προς το Ιόνιο Πέλαγος. Δεν μπορούμε όμως να ξεχάσουμε τις όμορφες νεράιδες του, τις νοστιμότατες πέστροφες, που με τις απότομες βουτιές τους χαρίζουν σε κάθε διαβάτη στιγμές γαλήνης και ξεγνοιασιάς.
Σ' αυτή την ωραία τοποθεσία ζουν περίπου 350 άνθρωποι, όλοι τους καλόκαρδοι, φιλόξενοι και προοδευτικοί. Τα σπίτια τους είναι χτισμένα με πέτρα και λάσπη και σκεπασμένα με πλάκες ή με τσίγκια. Εξωτερικά τίποτα το σπουδαίο και εξαιρετικό δεν παρουσίαζαν, γιατί πάνω στη φάτσα τους, έχουν στρογγυλοκαθήσει τ' αχνάρια του γοργόστροφου χρόνου, που έσβησε το γλυκό κι' ωραίο. Η εξωτερική τους όμως φτώχεια αναπληρώνεται με το ταπεινό, αλλά καθαρό και αρκετά περιποιημένο εσωτερικό στόλισμα.
Το δε δωμάτιο της ιστόρησης στρωμένο με πολύχρωμα και φανταχτερά χαλιά, που οι ίδιες με τις κοπέλλες τους ύφαιναν στον αργαλειό, όπως τραγούδησε ο Κώστας Κρυστάλλης με τους στίχους:
«Η Ζερβοπούλα η όμορφη κι' αρχοντοθυγατέρα
στον αργαλειό της ύφαινε κι' άνδρια ετραγούδα:
Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε... Πέτα χρυσή σαΐτα,
τρίξτε καημένα χτένια μου, βαστάτε τον ήχο μου,
να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου,
γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη».
Είναι έτοιμο κάθε στιγμή να δεχτή τον κουρασμένο επισκέπτη, για να του χαρίση αρκετή ζεστασιά τον χειμώνα και κρύο νεράκι το καλοκαίρι. Αξίζει να σημειωθή ότι η φιλοξενία εδώ είναι μια ιερή πατροπαράδοτη κληρονομιά.
Οι κάτοικοι του χωριού είναι γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Κύρια σημερινά γεωργικά προϊόντα είναι το καλαμπόκι, τα φασόλια και οι πατάτες. Δέκα πέντε περίπου χρόνια έχουν σπείρει σιτάρι και κριθάρι. Ό,τι σχετικό με τη σπορά, τον θερισμό και τον αλωνισμό του σιταριού θα επακολουθήση θ' αφορά την προ του 1955 καλλιεργητική περίοδο και ιδιαίτερα την προ του 1920.
Η σπορά
Μόλις έμπαινε ο Άι-Δημήτρης νέο χρώμα έπαιρνε η ζωή του χωριού. Άρχιζε η προετοιμασία για τη σπορά. Έπρεπε νωρίς να φροντίσουν για το ηνί, δηλαδή τ' αλέτρι, και για τ' άλλα εργαλεία της σποράς. Για να διορθωθούν αυτά έπρεπε ο γεωργός να τα πάη στην Πύλη, μια μέρα μακριά απ' το χωριό, γιατί δεν μπορούσε να πάη με τα πόδια ή με το ζώο, αφού δρόμος δεν υπήρχε για ν' ορθή, έστω κι' ένα φορτηγό αυτοκίνητο, κι' αυτό μέχρι το Βαθύρρευμα (διπλανό χωριό). Ό,τι σιδερικό είχε, όπως το ηνί απ' το ξυλάλετρο, το ψαλίδι, την τσάπα και τον κασμά, αυτό θα πήγαινε στην Πύλη για φκιάσιμο.
Δεν ήταν ανάγκη να πάνε όλοι κάτω. Αρκούσαν λίγοι για να εξυπηρετήσουν όλους, γιατί, μέχρι σήμερα ακόμα, η αλληλοβοήθεια είναι γι' αυτούς μια μεγάλη αρετή. Αλλά και οι άλλοι που μένανε στο χωριό δεν κάθονταν. Με το τσεκούρι, το σκαπάρι, το πριόνι και το ξυλόφαλο θα διόρθωναν το ξυλάλετρο και τον ζυγό, θα πελεκούσαν και θα μορφοπλάθαν τις ζεύλες και θα ετοίμαζαν τα στειλιάρια για τις τσάπες και τους κασμάδες.
Έτσι περνούσαν οι πρώτες μέρες του Άι-Δημήτρη. Στο μεταξύ θά 'χαν πέσει οι πρώτες βροχές, γιατί στα βουνά πάντοτε πέφτουν γρήγορα. Μετά απ' τις χορταστικές αυτές βροχές άρχιζε το πανηγύρι της σποράς.
Όλοι τότε στα χωράφια τους. Και τι χωράφια! Στις γύρω πλαγιές έξω απ' το χωριό κάπου θάταν κάποια λάκκα κι' εκεί έριχναν, μαζί με τον ιδρώτα τους, το στάρι με την πίστη ότι θα 'ρχονταν καιρός που θ' όριζαν τα ολόξανθα στάχυα. Και μήπως θάταν όλα δικά τους; Το μισό στάρι θα το 'παιρνε ο γαιοκτήμονας, ο τσιφλικούχος απ' την Πύρρα (γειτονικό χωριό), γιατί τα χωράφια δεν ήταν δικά τους. Ας είναι...
Μ' όλα τα κακά δούλευαν σκληρά και με όρεξη. Και άλλα εμπόδια περίμεναν τον γεωργό, τα βόδια. Οι περισσότεροι είχαν μόνο ένα βόδι και για τη σπορά χρειάζονταν δύο βόδια. Σ' αυτό όμως έδιναν μόνοι τους τη λύση. Δυο οικογένειες, που 'χαν από ένα βόδι, «συμπρεύανε» (κάνανε παρέα) και μαζί όργωναν κι' έσπερναν τα χωράφια τους. Έτσι όσο κρατούσε το όργωμα, το χωριό, που 'ταν και μικρό, ερήμωνε.
Πριν ακόμα καλοξημερώσει, οι δουλευτάδες με γερά μπράτσα ξεκινούσαν για τα χωράφια τους. Τα στενά δρομάκια και το ανώμαλο έδαφος, υποχρέωνε αυτούς να φορτώνουν όλα τα ζευγαλέτρια στην πλάτη. Βέβαια κάπου-κάπου τους βοηθούσε και ο υπομονετικός γαϊδουράκος. Το χάρισμα της μέρας τούς εύρισκε έτοιμους για ν' αρχίσουν τη βλογημένη δουλειά.
Ο ζευγίτης και νοικοκύρης του χωραφιού, αφού έκανε τον σταυρό του κι' έδωσε την ευχή: «Αΐντε παιδιά μ' καλή χρονιά», άρχιζε πρώτος τη δουλειά. Με ξεχωριστό ζήλο προσπαθούσε να σχίση τη γη βαθιά, όσο πιο βαθιά μπορούσαν να καμαρώσουν τα βόδια του.
Οι νεώτεροι, αγόρια και κορίτσια, με τη τσάπα και τον κασμά άρχιζαν κι' αυτοί με τη δική τους εργασία και ήταν σειρά τους πολλή! Έπρεπε να σκάψουν τις άκρες, όπου τ' αλέτρι δεν έπαιρνε, αλλά και να σπάσουν τις πλάκες, για να γίνη το χώμα αφράτο.
Με όρεξη και θέληση ρίχνονταν στη δουλειά και μόνο το πέταμα καμμιάς κουρούνας, που 'ψαχνε πίσω απ' τ' αλέτρι για τη τροφή της, μπορούσε να τραβήξη, και πάλι για λίγο, την προσοχή τους.
Με το «Ούου-Ούου»! του ζευγίτη και με τα ωραία τραγούδια των νέων, που 'παιρναν σε στιγμές ξεκουράσεως, τραγούδια αγάπης και κλέφτικα, οι ώρες περνούσαν γρήγορα και το χωράφι τέλειωνε...
Τ' αγόρια για να δείξουν στις μορφονιές την αντρειοσύνη τους «έπαιναν» διάφορα κλέφτικα τραγούδια. Ένα απ' τα πιο ωραία ήταν και το παρακάτω:
«Οι κλέφτες απ' τ' Άγραφα κι' αρματωλοί του Βάλτου,
απόψε μπιρμπερίζονταν στο Καρπενήσ' απ' έξω.
Ένας στον άλλον έλεγε, ένας στον άλλον λέει...»
Αλλά και τα κορίτσια πότε για να φανερώσουν στον καλό τους πώς μένουν πιστές στον όρκο της αγάπης και πότε για να κλάψουν τη χαμένη αγάπη τους συμπλήρωναν μελωδικά με τη γλυκειά φωνούλα τους...
«Εσείς βουνά μου πράσινα, βουνά μου χιονισμένα,
μην είδατε τον αρνητή, μην είδατε της αγάπης;
Σαν με φιλούσε κι' έλεγε αγάπη δεν αρνιέμαι,
και τώρα μ' απαρνήθηκε σαν καλαμιά στον κάμπο!
Σε τι ταβέρνες τρώει ψωμί, σε τι ταβέρνες πίνει;...»
Με τέτοια τραγούδια περνούσε η ώρα και το γιόμα ζύγωνε και τότε έφθανε η νοικοκυρά με το «κοφτόσκο» της φορτωμένο στη πλάτη, κρατώντας στο 'να χέρι τον τρουβά με την αγνήστη μπομπότα σταχτόκουρα και στ' άλλο το κακάβι με τα ζεστά φασούλια. Έφερνε το φαΐ στους άξιους εργάτες της γης.
Όταν τέλειωνε το όργωμα της λάκκας αυτής, κι' αν ο ήλιος βαστούσε ακόμα, ο γεροντότερος, με τη πείρα του και με αργά βήματα χούφτιαζε τον σπόρο απ' τον τρουβά τον σκορπίζοντας με μεγάλη τέχνη.
Για τα βόδια μια μικρή ανάπαυλα ήταν απαραίτητη να «ξανασάνουν» λίγο και ν' αρπάξουν δυο ξερές ρόκες (καλαμποκιάς), γιατί ιδίως τα περίμενε η ξύλινη σβάρνα.
Κι' όταν με το καλό σχολούσε η σπορά, τότε ο νοικοκύρης έπιανε με προσοχή τον τρουβά με το δεξί του χέρι και τον πετούσε μακριά. Αν το πάνω μέρος του τρουβά (το άνοιγμα) έπεφτε σε ύφασμα, το πρόσωπο του νοικοκύρη χαμογελούσε γιατί τούτο του φανέρωνε ότι το ερχόμενο καλοκαίρι θα γέμιζαν τα σακκιά από σοδειά. Αν όμως τύχαινε να πέση σε καμμιά γούρνα του χωραφιού, τότε μια στενοχώρια σκέπαζε το πρόσωπό του, γιατί τα χωράφια, κατά το δείξιμο του τρουβά, δεν θα 'διναν καρπό. Αλλά και τότε δεν έχανε τις ελπίδες του γιατί τις στήριζε στην παντοδυναμία του Παναγάθου Θεού. Αυτό εξ' άλλου φανέρωνε η ευχή που αμέσως ακολουθούσε: «Αΐντε χωραφάκια μ', χίλια σταμπόλια να δώστε».
Μέρες πολλές βαστούσε τ' όργωμα κι' η σπορά, όχι γιατί είχαν πολλά χωράφια, αλλά γιατί πάντοτε στις λάκκες ήταν δύσκολη η δουλειά. Πάντως πριν βγη ο Χαμένος (Νοέμβριος) ήταν έτοιμοι, και οι πάγοι και κάπου-κάπου τα πρόωρα χιόνια τους έβρισκαν να κάθονται κοντά στο τζάκι με τα κοντυλά κούτσουρα, δίπλα στις κόκκινες φλόγες του έλατου ή της οξιάς κι' εκεί ανακατεύοντας τα «κάρβουνα» να πλάθουν όνειρα για το στάρι που 'πεσε στη γη.
Και τον χειμώνα που 'πεφταν πολλές βροχές και αρκετά χιόνια ο γεωργός είχε την έγνοιά του. Πρόσεχε μήπως καμμιά απότομη βροχή του 'παιρνε το χώμα απ' τα χωράφια κι' έτσι θα ξεσκόραγε τον σπόρο. Ακόμα δε πρόσεχε να μη μαζευθούν πολλά νερά μαζί σε καμμιά μεριά, γιατί αυτά θα «έκοβαν» το στάρι.
Όταν τα χιόνια άφηναν, με το λιώσιμό τους, να φανή η βαθυπράσινη φορεσιά του σταριού, ο γεωργός περνούσε τακτικά απ' τα χωράφια του, για να καμαρώση την ανάπτυξί του αλλά και για να το βοτανίση. Μ' ένα μαχαιράκι ή σουγιά έκοβε το αγκάθι ή τη φτέρη που 'ταν ανάμεσα στο στάρι και πάσχιζαν να σταματήσουν το μέστωμά του. Τίποτε δεν άφηνε μέσα στον αγαπημένο του θησαυρό. Τον ήθελε να είναι καθαρός και ανθηρός. Αυτό βαστούσε πολύ, γιατί ο θερισμός αργούσε να 'ρθή εδώ στις βουνοκορφές κι' έτσι ο γεωργός είχε καιρό για να πλάση πολλά και διάφορα ανοιξιάτικα όνειρα, για τη καινούργια σοδειά.
Ο θερισμός
Στ' αλήθεια αργούσε κάπως ν' αρχίση ο θερισμός. Έλειπε, βλέπετε, η ζέστη του κάμπου, γιατί το δροσερό αεράκι των δέντρων δεν άφηνε τις καυτές ακτίνες του ήλιου να στεγνώσουν τα στάχυα. Έτσι ο θερισμός άρχιζε στις 25 τ' Αλωνάρη (Ιουλίου) και σχολούσε στις 15 Αυγούστου περίπου. Κυρίως γίνονταν στις πρώτες 15 μέρες του Αυγούστου, τότε που το λαμπρό Αυγουστιάτικο φεγγάρι διασχίζει καμαρωτά και υπερήφανα τον καταγάλανο ουρανό.
Θα ρωτάτε γιατί τότε; Την απάντηση θα μας τη δώση ο γέροντας Τζερεμές, ο Μπαρμπα-Γιώργος, όπως με σεβασμό όλοι οι χωριανοί τον φωνάζουν: «Τι να σου δάσκαλε. Μεις καρτεργάμαν τη νη εποχή».
Στην πρώτη θέση βρισκόταν το τραγούδι της Μαριγώς, όπως το λέγανε:
«Παίρνω το δρεπανάκι μου, γιεμ' και πάω να μάσω στάχυα,
Μαριγώ και μαύρα μάτια....
Γιεμ' και φκιάνω τρία δεμάτια, μαύρα μάτια
«Άλλοι τα λεν Κοντο-Μαριγώ κι' άλλοι τα λέν δεμάτια·
γιεμ' κι' άλλοι τα λεν δεμάτια, Μαριγώ και μαύρα μάτια».
Κι' όταν έλεγαν και παίνευαν κάποια κοπέλα της παρέας, αλλά και να πειράξουν για το... κρυφό της καρδιάς της έπαιρναν το παρακάτω τραγούδι:
«Θερίζει η κόρη μοναχή και μοναχή το δένει.
Σκύβει να πάρη τη χεριά και τη γεμίζει δάκρυ.
Διαβάτης ξένος πέρασε και την καλημερίζει:
Κόρη μου γιατί κλαις; Τ' ν' αγάπη μ' έχω στη ξενιτειά
και την περιμένω νάρθη...»
Αμέσως σαν απάντηση στους δυο τελευταίους στίχους, αλλά για να μεγαλώσουν το πείραγμά τους, έπιαναν σε τόνο παραπονιάρικο και θλιμμένο κάπως το:
«Για βγάτε ν' αγναντέψουμε τις Αγραφιώτικες πούλες,
πώς ροβολάν' απ' τ' Άγραφα με ξύλα φορτωμένες.
Άλλη πεινά κι' άλλη διψά κι' άλλη πανηγυρεύει.
Και μια κοντή μελαχρινή, της Χήρας θυγατέρα,
ούτε πεινά, ούτε διψά, ούτε παντρειά γυρεύει,
μον' τραγουδάει και γυρεύει, μον' τραγουδάει και λέει:
Το ποια έχει άντρα στη ξενιτειά και γυιο ξενιτεμένο,
πες τους να μην τους καρτερούν, να μην τους περιμένουν,
εξήντα καράβια βούλιαξαν κι' εξήντα δυο καΐκια...»
Έτσι σιγά-σιγά περνούσαν οι ώρες της μαυροφεγγιάς νύχτας και όταν το ρολόι του χωριού, ο κόκκορας, εσήμανε μεσάνυχτα, τότε όλοι άφηναν τα δρεπάνια και κάτ' απ' την αστροφεγγιά, κάτ' απ' τα χαμόγελα του Αυγουστιάτικου φεγγαριού, κάθονταν σταυροπόδι και ορεξάτα για το βραδινό τους φαγητό, το δείπνο, που με μεγάλη φροντίδα έφκιανε η νοικοκυρά.
Ο θερισμός συνεχιζόταν και πάλι μετά το δείπνο ως το πρωί ή μέχρι ο ήλιος ν' ανέβαινε μια-δυο «τριχιές» πάνω απ' τις βουνοκορφές. Τότε σταματούσαν κι' αγάλια-αγάλια πήγαιναν στο σπίτι τους, για να ξεκουραστούν λίγο, και το σούρουπο της νέας νύχτας άρχιζαν πάλι με την ίδια χαρά τη βλογημένη και τιμημένη απ' όνειρα δουλειά.
Βαστούσε μερικές μέρες, ή καλλίτερα κάμποσες νύχτες, ο θερισμός. Κι' όταν τελείωνε ο αρχηγός της οικογένειας, πριν αφήση το δρεπάνι απ' τα χέρια του ευχόταν: «Και του χρόνου να δη ο Θεός καλλίτερο και περισσότερο στάρ'ς». Ήταν μια ευχή γιομάτη απ' ελπίδες και πόθους που έδιναν χαρά μεγάλη σ' όλους, γιατί τα «ευχαριστούμε» έφταναν ως τη βροχή.
Μετά τον θερισμό τους περίμενε τ' αλώνι. Εκεί έπρεπε να μεταφέρουν τα δεμάτια. Σε κάποια άκρη του αλωνιού έφκιαναν τις θημωνιές συνταιριαστά, τοποθετώντας τα δεμάτια το 'να ψηλά στ' άλλο. Η μεταφορά όμως ήταν πολύ δύσκολη. Τα λαγκάδια και τα στενά δρομάκια δεν επέτρεπαν σ' αυτούς να φορτωθούν τα ζώα, γιατί χτυπώντας πάνω στα κλαδιά θα πάθαιναν ζημιά. Έτσι όσα κατάφερναν να πάνε στ' αλώνι φορτωμένα με τα ζώα, πήγαιναν μόνο ίσια-μιδές. Κι' έτσι θα φόρτωναν στη καημένη τους πλάτη.
Όπως ο θερισμός έτσι κι' η μεταφορά γίνονταν τη νύχτα. Με οδηγό το αχνό φως του φεγγαριού, σαν μυρμήγκια, που μέσα στο διάκοπα μεταφέρουν τη τροφή τους στις φωλιές, οι θεριστάδες πηγαινοέρχονταν μέσα στα στενά δρομάκια φορτωμένοι.
Σαν τέλειωναν οι θημωνιές, και για τα ανεπάντεχα κακά, που μπορούσαν να σβήσουν τους κόπους και τα όνειρα, τις σκέπαζαν με ένα σταυρό καμωμένο με στάχυα.
Επειδή πολλές οικογένειες μαζί είχαν ένα αλώνι, δεν ξεχνούσαν να πάνε να δέσουν μια γερή αράδα από στάρι στο στύλο, που ήταν στη μέση τ' αλωνιού. Αυτή τους έδινε την αράδα στον αλωνισμό. Κανένας δεν μπορούσε ν' αλλάξη τη σειρά. Αν όμως ένας, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ήταν έτοιμος, όταν η αράδα του 'δινε τη σειρά, τότε αυτός, για να μη μένη τ' αλώνι αδειανό, την παραχωρούσε πρόθυμα στον επόμενο.
Ο αλωνισμός
Η πρώτη τους φροντίδα ήταν να ετοιμάσουν τ' αλώνι, το χωματάλωνο. Το μέρος αυτό ήταν διαλεγμένο, γιατί έπρεπε να το παίρνη ο αέρας, απαραίτητος για το λίχνισμα. Αφού ισοπέδωναν και «φουκάλιζαν» (σκούπιζαν) καλά το μέρος, άλειφαν όλο τον χώρο με «γελαδοβουνιά» (κοπριά αγελάδων) και άχυρο, έτσι ώστε να μη μπερδεύεται το στάρι με το χώμα. Η δουλειά αυτή γίνονταν κάνα δυο μέρες πριν τον αλωνισμό. Κι' όταν στέγνωνε ήταν έτοιμο να δεχθή στην αγκαλιά του τα μεστωμένα στάχυα.
Ένα κοντά στ' άλλο έβαζαν τα δεμάτια κυκλικά και δεμένα καλά για ν' αναχατεύονται καλά, όταν τ' άλογα θ' άρχιζαν το στούμπημα.
Με τα πόδια των αλόγων γίνονταν ο αλωνισμός και μια κι' όλοι δεν είχαν άλογα ή μουλάρια, έπαιρναν τους αλωνιστάδες και φυσικά τους πλήρωναν. Ήταν υποχρεωμένος ο νοικοκύρης να δώση 2 οκάδες για κάθε «σταμπόλι» (ένα σταμπόλι, 20 οκάδες).
Όταν ο ήλιος ανέβαινε δυο «τριχιές» πάνω, τούτο για ν' αγριέψη το στάχυ, τότε ο αλωνιστής έβαζε τα ζωντανά μέσα στ' αλώνι και, αφού απ' το στύλο που ήταν στη μέση τ' αλωνιού, έδενε το σχοινί που βαστούσε σε γερά δεμένες απ' το λαιμό τα ζώα του θηλιές, άρχιζε τ' αλώνισμα.
Τα πεταλωμένα πόδια των ζώων έκοβαν μικρά κομμάτια τα σιταροκάλαμα, που γίνονταν άχυρο, χειμωνιάτικο φαγητό των ζωντανών, ενώ ξοπίσω ακολουθούσε ο αλωνιστής με τη «λούρα» στα χέρια, για να σκιάζη κάπου-κάπου τα γαϊδούρια, ακούραστα ζώα, ισιωμένα κάτω απ' την άσπλαχνη ζέστη, πολλές φορές, του καλοκαιριού.
Αν ρωτήσετε για τον νοικοκύρη, αυτός δεν έβλεπε την ώρα να τελειώση ο αλωνισμός για να 'δη τη σοδειά του. Όρθιος, με ξύλινο δικούλι στα χέρια, γυρνούσε συνέχεια και πότε μάζευε τα στάχυα που ξεμάκραιναν απ' τ' αλώνι, πότε ανακάτευε για να κοπούν καλλίτερα και γρηγορότερα απ' τα πέταλα των αλόγων.
Κατά το γιόμα και μια λιγόλεπτη ξεκούραση ήταν απαραίτητη. Ο ίσκιος του έλατου και η κρύα βρύση περίμεναν να χαρίσουν τη δροσιά τους στα κουρασμένα και ιδρωμένα κορμιά των δουλευτάδων.
Μα και η σκέψη ότι η Κυρά-γυναίκα του γεωργού θα φέρνει μέλι, μια ολάκερη πίττα, έκανε σ' όλους να περιμένουν με μια ιδιαίτερη χαρά την ώρα αυτή. Σ' αυτή τη χαρά του γεωργού ήταν απαραίτητο το μέλι. Κάθε φαμελιά, τη μέρα του αλωνιού «κόρτευε» ένα μελίσσι κι' έφερνε μια πίττα, για να γλυκάνη λίγο τον αλωνιστή, τους βοηθούς αλλά και κάθε διαβάτη, που πρόθυμα θα προσκαλούσε η Κυρά ν' επισκεφθή τ' αλώνι, κι' έτσι ευχαριστημένοι όλοι αυτοί φεύγοντας θα 'λεγαν πολλές ευχές, για το καλό ξόδεμα και για μια καλλίτερη καινούργια σοδειά.
Δεν παρέλειπαν οι φιλοξενούμενοι να τραγουδούν κάνα τραγούδι, τραγούδι κεφιού, γιατί αυτό μεγάλωνε τη χαρά του νοικοκύρη και της Κυράς του. Πάνω στ' αστεία και στις ευχές έπαιρναν και το παρακάτω, που κατά κάποιο τρόπο φανέρωνε τη μεγάλη σοδειά του γεωργού...!!!
«Αφήνει ο Γιάννος τη κλεψιά και παίρνει το ζευγάρι.
Έχει τ' αλέτρι κάρινο, τις ζεύλες ασημένιες.
Αλώνιζε, ξαλώνιζε τρία κουβέλια στάρι.
Τα δυο τα χρώσταγε τα 'δωσε, τ' ονα πάει στο μύλο.
Ήρτε το μύλο χάρβαλο και το νερό κομμένο.
Όσο να βάλη το νερό, να ξαναλέση ο μύλος,
από μεριά ο λύκαρος του τρώει τη γαϊδάρα.
Ω!! λελέ γαϊδάρα μου, ήσουν και γκαστρωμένη,
θα γέναγες αρσενικό, να ζήσουν τα παιδιά μου!»
Σαν έφθανε το δειλινό και σχολούσε το αλώνισμα, τότε μάζευαν το στάρι «λαμνό» (σωρό) κι' άρχιζε με το βραδινό δικούλι στην αρχή και το λοφτύγαρο αργότερα, να λιχνίζουν το στάρι που ολόξανθο και ασημοχρυσαφένιο έφκιανε δικό του σωρό.
Κοντά στους λιχνιστάδες αυτούς, με τη «φουκαλιά» ή με τη «μπάτσα» του έλατου, καθάριζαν τα «λιχνίδια» όσα έπεφταν στο λαμνό.
Ύστερα μετρημένο με το κουβέλι (ένα κουβέλι, 10 οκάδες) και βαλμένο μέσα στα σακκιά το στάρι ήταν έτοιμο για το σπίτι, ενώ ο γεωργός στη ποσότητα αυτού προσπαθούσε ν' αντιζυγίση τους κόπους του και τις λαχτάρες του.
Όσο για τη Κυρά και τις κόρες της υπήρχε κι' άλλη δουλειά. Στο τέλος του αλωνισμού πάντοτε θα 'μεινε στάρι ανακατεμένο με χοντρά απ' τα στάχυα τεμάχια, «τα παταλώνα». Έπρεπε να πάρουν κι' αυτόν τον καρπό. Γι' αυτό με το «στουμπόξυλο» κοπάνιζαν καλά τα παταλώνα κι' ύστερα ή με το «σκοινί», το δερμόνι, ή με το πλέξιμο τα 'ριχναν όλα μέσα σ' ένα καζάνι, που είχε νερό, και το στάρι, σαν βαρύτερο, κάθονταν στον πάτο του καζανιού, δεν άφηναν να πάη χαμένο ούτε σπυρί απ' τη σοδειά τους!!...
Πριν ακόμα χαρή καλά-καλά τον καρπό των μόχθων του, έπρεπε να δώση τα χρεωστικά του και πρώτα-πρώτα στον γαιοκτήμονα, και μάλιστα τη μισή παραγωγή! Πόση στενοχώρια δοκίμαζε σαν αντίκρυζε τον τσιφλικούχο της Πύρρας ν' άρχεται με τα ζώα για να πάρη τον ιδρώτα του! Τι να 'κανε όμως;...
Απ' το υπόλοιπο, το δικό του πια στάρι, είχε να δώση στον Παπά, το παπαδιάτικο, στον αγροφύλακα, το αγροφυλακιάτικο, στον αλωνιστή, το αλωνιάτικο, στον τσομπάνο, το τσομπανιάτικο, και στον γελαδάρη, το γελαδαριάτικο. Μετ' απ' αυτούς τους φόρους κάτι θα 'μενε και για τον γεωργό, κι' είθε να γέμιζε το μικρό «αμπάρι» του!..
Στ' αλώνι υπήρχε ακόμα τ' άχυρο. Τούτο, με «θρυζόμια» που 'ταν δίχτυα φτιαγμένα με λινάρια και με δυο μακριά ξύλα στις άκρες, μεταφέρετο στις αχυρώνες για να χρησιμεύση ως τροφή των ζώων.
Έτσι τα όνειρα κι' οι λαχτάρες του γεωργού έπαιρναν τέλος και η ευχή για μια αποδοτικώτερη χρονιά έδινε κουράγιο κι' ελπίδα στον, πάντοτε, κουρασμένο, αλλ' ανίκητο εργάτη της γης....
Λιβαδοχώρι, 12/5/1970